Η αποδοχή θεωριών συνωμοσίας στην Ελλάδα από τους «ψεκασμούς» μέχρι τις ακραίες θεωρίες για την υγεία και την τεχνολογία, αποτελεί μια βαθιά κοινωνική και ψυχολογική πραγματικότητα, επανειλημμένα καταγεγραμμένη σε επιστημονικές έρευνες. Ωστόσο, για να αναλυθεί ορθά το φαινόμενο, είναι απαραίτητο να διαχωριστεί η κοινωνιολογία από την ψυχιατρική. Το κομμάτι του πληθυσμού που ρέπει προς τις συνωμοσίες δεν πάσχει από κάποια μαζική «διαταραχή προσωπικότητας». Αντίθετα, η ψυχολογία και η γνωστική επιστήμη καταδεικνύουν ότι η συνωμοσιολογία πηγάζει από πολύ πιο κοινά, ανθρώπινα ένστικτα και συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες.
Οι διαταραχές προσωπικότητας (όπως η παρανοϊκή ή η σχιζότυπη) αποτελούν σοβαρές κλινικές διαγνώσεις που αφορούν ένα πολύ μικρό ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού. Αν υποθέταμε ότι όποιος πιστεύει σε μια συνωμοσία φέρει μια ψυχιατρική διαταραχή, τότε θα έπρεπε να διαγνώσουμε το 40% με 45% της κοινωνίας, πράγμα που προφανώς δεν ισχύει. Στην πραγματικότητα, οι θεωρίες συνωμοσίας ενεργοποιούν φυσιολογικούς ψυχολογικούς μηχανισμούς που προϋπάρχουν σε όλους μας, αλλά σε ορισμένα άτομα λειτουργούν με μεγαλύτερη ένταση. Για παράδειγμα όταν συμβαίνει κάτι τρομακτικό ή χαοτικό π.χ. μια οικονομική κρίση ή μια πανδημία, ο εγκέφαλος υποφέρει από την αβεβαιότητα. Είναι ψυχολογικά πιο «ανακουφιστικό» να πιστεύει κανείς ότι υπάρχει μια κρυφή, κακόβουλη ομάδα που ελέγχει τα πάντα, παρά να δεχτεί ότι ο κόσμος είναι χαοτικός και απρόβλεπτος. Υπάρχει επίσης η ανάγκη να είμαστε ξεχωριστού οπότε η συνωμοσιολογία προσφέρει μια άμεση τόνωση του εγώ. Ο πιστός αισθάνεται ότι ανήκει σε μια εκλεκτή μειονότητα που «γνωρίζει την κρυμμένη αλήθεια», ενώ η πλειονότητα των υπολοίπων αντιμετωπίζεται υποτιμητικά ως «πρόβατα». Επίσης να αναφερθεί ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι εξελικτικά προγραμματισμένος να αναζητά μοτίβα και προθέσεις παντού. Δυσκολεύεται να δεχτεί ότι μεγάλα, κοσμοϊστορικά γεγονότα όπως ο θάνατος ενός ηγέτη ή η εμφάνιση ενός ιού, μπορεί να οφείλονται σε μια απλή σύμπτωση ή σε ένα τυχαίο λάθος.
Γιατί όμως ευδοκιμεί το φαινόμενο αυτό στην Ελλάδα;
Η απόδοση της συνωμοσιολογίας αποκλειστικά σε «έλλειψη κριτικής σκέψης» ή «χαμηλό δείκτη νοημοσύνης» αποτελεί μια απλοϊκή και ελλιπή εξήγηση. Άνθρωποι με ανώτατους τίτλους σπουδών και υψηλή μόρφωση πέφτουν συχνά θύματα τέτοιων αφηγημάτων. Στην Ελλάδα, το φαινόμενο ευδοκιμεί λόγω συγκεκριμένων ιστορικών, πολιτισμικών και κοινωνικών παραγόντων.
-Ιστορική και Θεσμική Δυσπιστία
Η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια χώρα που σημαδεύτηκε από δικτατορίες, εμφύλιο πόλεμο, ξένες επεμβάσεις και, πρόσφατα, μια βαθιά, δεκαετή οικονομική και κοινωνική κρίση. Όταν οι επίσημοι θεσμοί όπως το πολιτικό σύστημα, τα ΜΜΕ και οι διεθνείς οργανισμοί αποτυγχάνουν επανειλημμένα να προστατεύσουν τον πολίτη ή τον διαψεύδουν, η κοινωνική εμπιστοσύνη καταρρέει. Η δομική έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς αποτελεί το πρωταρχικό καύσιμο για τις θεωρίες συνωμοσίας παγκοσμίως.
Το ελληνικό σχολείο, διαχρονικά, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αποστήθιση η λεγόμενη «παπαγαλία» και στην παθητική αποδοχή της γνώσης, παρά στην καλλιέργεια της επιστημονικής μεθόδου. Οι μαθητές σπάνια διδάσκονται πώς να φιλτράρουν τις πηγές, πώς να ξεχωρίζουν τη συσχέτιση από την αιτιώδη συνάφεια και πώς ακριβώς λειτουργεί η επιστημονική συναίνεση.
-Πολιτισμικά Χαρακτηριστικά
Στην ελληνική κουλτούρα εντοπίζεται έντονα το στοιχείο του «θυματοκεντρικού αφηγήματος» η πεποίθηση δηλαδή ότι οι ξένοι ή οι ισχυροί της γης μόνιμα επιβουλεύονται τη χώρα λόγω της γεωγραφικής ή ιστορικής της σημασίας. Αυτό το πολιτισμικό υπόβαθρο καθιστά εξαιρετικά εύκολη την αποδοχή σεναρίων που θέλουν την Ελλάδα στο επίκεντρο μιας παγκόσμιας συνωμοσίας.
Το φαινόμενο, επομένως, δεν είναι ιατρικό ή ψυχιατρικό, αλλά βαθύτατα κοινωνικό και εκπαιδευτικό. Η λύση δεν βρίσκεται στον δημόσιο διασυρμό ή στην κατηγορία όσων πείθονται, αλλά στην ενίσχυση της διαφάνειας των θεσμών και στην ριζική αλλαγή του τρόπου που μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε από τα σχολικά μας χρόνια.
άμυνες:
-Η Διχοτόμηση (Splitting ή Ασπρόμαυρη Σκέψη)
Αποτελεί μία από τις πιο αρχέγονες άμυνες που εμφανίζεται στην πρώιμη παιδική ηλικία. Ο κόσμος χωρίζεται αυστηρά στα δύο, στο Απόλυτο Καλό εναντίον του Απόλυτου Κακού. Στη συνωμοσιολογία εκδηλώνεται ως: «Εμείς είμαστε οι αφυπνισμένοι και οι καλοί, και αυτοί (οι ελίτ, οι ξένοι, οι επιστήμονες) είναι οι μοχθηροί που μας επιβουλεύονται». Δεν υπάρχει χώρος για γκρίζες ζώνες, ανθρώπινα λάθη ή απλή ανικανότητα των θεσμών. Όλα θεωρούνται απόλυτα ενορχηστρωμένα.
-Η Άρνηση
Η πλήρης άρνηση της πραγματικότητας όταν αυτή είναι υπερβολικά επώδυνη για να γίνει αποδεκτή. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας ή της οικονομικής κρίσης, η αποδοχή της σκληρής αλήθειας απαιτούσε τεράστιο ψυχικό σθένος. Η άμυνα της άρνησης ορίζει ότι «Δεν υπάρχει ιός, όλα είναι ένα κατασκευασμένο ψέμα για να μας ελέγξουν». Παραδόξως, το σενάριο μιας παγκόσμιας, οργανωμένης συνωμοσίας γίνεται πιο υποφερτό από την ίδια την ωμή πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, λόγω της υπερπροστατευτικής δομής της παραδοσιακής οικογένειας αλλά και του τρόπου λειτουργίας της πολιτικής ζωής που συχνά αντιμετωπίζει τον πολίτη ως ανώριμο παιδί μέσω πελατιακών σχέσεων ή της υπόσχεσης «σωτήρων», αυτές οι ανώριμες άμυνες βρήκαν πρόσφορο έδαφος για να ριζώσουν σε συλλογικό επίπεδο.
Το σχολείο στην Ελλάδα, αντί να λειτουργεί ως αντίδοτο στην ψυχολογική ανωριμότητα και τη συνωμοσιολογία, συχνά και άθελά του λειτουργεί ως Φυτώριο που τις καλλιεργεί, παρουσιάζοντας συγκεκριμένα δομικά ελλείμματα:
Η «Παπαγαλία» αντί της Επιστημονικής Μεθόδου
Το σχολείο διδάσκει τι να σκεφτόμαστε, όχι πώς να σκεφτόμαστε. Τα παιδιά διδάσκονται θετικές επιστήμες, αλλά σπάνια κατανοούν την επιστημονική μέθοδο στην πράξη , ότι δηλαδή η επιστήμη δεν είναι ένα σύνολο δογμάτων, αλλά μια συνεχής διαδικασία αμφισβήτησης, πειραματισμού και αναθεώρησης. Έτσι, η φυσιολογική αλλαγή των επιστημονικών δεδομένων μεταφράζεται λανθασμένα όχι ως εξέλιξη της γνώσης, αλλά ως «απόδειξη συνωμοσίας»
Παραμέληση της Συναισθηματικής Νοημοσύνης
Το σύστημα είναι αυστηρά βαθμοθηρικό και εξετασιοκεντρικό, αγνοώντας παντελώς την ψυχική και συναισθηματική θωράκιση του παιδιού όπως την αυτογνωσία, τη διαχείριση άγχους ή της αποτυχίας και της ματαίωσης. Ένας ενήλικας που δεν έμαθε ποτέ να διαχειρίζεται τα συναισθήματά του, θα καταφύγει ευκολότερα στην άρνηση ή τη διχοτόμηση για να προστατευτεί.
Η άποψη ότι σε σώματα ασφαλείας, όπως η αστυνομία, καταγράφονται διεθνώς και εγχωρίως υψηλότερα ποσοστά αποδοχής θεωριών συνωμοσίας, συνδέεται άμεσα με το ιδιαίτερο επαγγελματικό
τους περιβάλλον:
Μόνιμη Απειλή και Καχυποψία
Ο αστυνομικός εκπαιδεύεται να είναι καχύποπτος. Στην καθημερινότητά του έρχεται αντιμέτωπος με το έγκλημα και την παραβατικότητα. Αυτή η αναγκαία υπηρεσιακή καχυποψία μετατρέπεται εύκολα σε γενικευμένη προβολή στην προσωπική ζωή. Ο εγκέφαλος συνηθίζει να αναζητά παντού «κρυμμένα κίνητρα», κάνοντας την ιδέα μιας συνωμοσίας να φαντάζει απόλυτα φυσική.
Η Κουλτούρα της «Κλειστής Ομάδας»
Λόγω της φύσης του επαγγέλματος, αναπτύσσεται ένας απομονωτισμός. Οι αστυνομικοί νιώθουν συχνά ότι η κοινωνία δεν τους καταλαβαίνει και ότι τα ΜΜΕ τους στοχοποιούν. Ενεργοποιείται έτσι η άμυνα της διχοτόμησης: «Εμείς οι προστάτες του νόμου εναντίον Αυτών των σκοτεινών κέντρων ή μιας εχθρικής κοινωνίας», καθιστώντας τους πιο ευάλωτους σε θεωρίες που επιβεβαιώνουν αυτή την υπονόμευση.
Η Δομή της Εκπαίδευσης και η Ιεραρχία
Στις αστυνομικές σχολές, η κουλτούρα της αυθεντίας πολλαπλασιάζεται λόγω της στρατιωτικής δομής. Η εκπαίδευση βασίζεται στην πειθαρχία και την τυφλή υπακοή, όχι στην ακαδημαϊκή αμφισβήτηση. Όταν ο εγκέφαλος δεν εξασκείται στο επιστημονικό
φιλτράρισμα, μια θεωρία συνωμοσίας που παρουσιάζεται από μια άλλη «εναλλακτική αυθεντία» με δυναμισμό γίνεται εύκολα αποδεκτή.
Στοχοποίηση
Η συνεχής πίεση και το αίσθημα αδικίας δημιουργούν έντονο ψυχικό στρες. Οι θεωρίες συνωμοσίας λειτουργούν ως μηχανισμός άρνησης και ανακούφισης. Είναι λοιπόν ψυχολογικά ευκολότερο να πιστέψει κανείς ότι η κριτική που δέχεται το σώμα είναι υποκινούμενη από ένα «κρυφό σχέδιο αποδιοργάνωσης της χώρας».
-Η Ιδεολογική Σύγκλιση της Συνωμοσιολογίας με την Ακροδεξιά
Η στενή σύνδεση ανάμεσα στην ακροδεξιά ψήφο και τις θεωρίες συνωμοσίας είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Η ακροδεξιά ιδεολογία και η συνωμοσιολογική σκέψη λειτουργούν συμπληρωματικά, σαν το κλειδί με την κλειδαριά, καθώς μοιράζονται τις ίδιες ψυχολογικές δομές:
Η κοινή χρήση της «Διχοτόμησης» (Μανιχαϊσμός)
Η συνωμοσία διαχωρίζει την «κρυφή ελίτ» από τα «θύματα». Η ακροδεξιά ρητορική διαχωρίζει τους «προδότες/ξένους» από τους «αγνούς πατριώτες». Και τα δύο αφηγήματα χρησιμοποιούν την ίδια απλοϊκή δομή, απαλλάσσοντας το άτομο από την ανάγκη για σύνθετη κριτική σκέψη.
Προβολή σε έναν Αποδιοπομπαίο Τράγο
Όταν το εκπαιδευτικό έλλειμμα συναντά το υπαρξιακό άγχος, η ακροδεξιά προσφέρει ορατούς εχθρούς. Για την ανεργία λοιπόν φταίνε οι μετανάστες, για την κρίση οι ξένοι τοκογλύφοι, για την κλιματική αλλαγή η Νέα Τάξη Πραγμάτων. Ο ψηφοφόρος νιώθει ότι αποκτά έλεγχο και εκδικείται το κακό μέσω της ψήφου του.
Η υπόσχεση για «Έλεγχο» και «Ανωτερότητα»
Άνθρωποι που νιώθουν περιθωριοποιημένοι βρίσκουν εδώ μια τεράστια ψυχολογική αποζημίωση. Η συνωμοσία τους κάνει να νιώθουν «έξυπνοι» έναντι των «προβάτων», ενώ ο εθνικιστικός λόγος τους προσφέρει μια έτοιμη αίσθηση ανωτερότητας λόγω καταγωγής . Είναι ελκυστικό να «ανήκω σε έναν φωτισμένο λαό που όλοι ζηλεύουν».
Ο πληθυσμός λοιπόν αυτός, δεν πάσχει από μια μαζική ψύχωση ούτε από χαμηλό δείκτη νοημοσύνης με την παραδοσιακή έννοια. Πρόκειται για άτομα με χαμηλή ανοχή στη ματαίωση και την αβεβαιότητα. Όταν το εκπαιδευτικό σύστημα δεν σου έχει διδάξει την αμφισβήτηση και η καθημερινότητα σου είναι σκληρή, η ακροδεξιά συνωμοσιολογία λειτουργεί ως «ψυχολογικό παυσίπονο». Σου δίνει έναν ένοχο, σου δίνει μια κοινότητα ομοϊδεατών και σου προσφέρει την ψευδαισθητική αίσθηση του ελέγχου και της δύναμης σε έναν κόσμο που νιώθεις ότι σε ξεπερνά γιατί απλά δεν κατανοείς την πολυπλοκότητα του. Όταν όμως η δύναμη συμπορεύεται χωρίς γνώση , παιδεία και σοφία γίνεται πάντα βία.