Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

Ποιες είναι οι διαφορές της σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής από την σχιζοφρένεια ;

     Πολλές φορές η διαφορική διάγνωση των δύο διαταραχών είναι δύσκολη. Το βασικό σημείο της σχιζοσυναισθηματικής διαταραχής είναι πως ανάμεσα στα επεισόδια ο ασθενής δεν έχει την αποδιοργάνωση που χαρακτηρίζει τον σχιζοφρενή ενώ το συναίσθημα δονείται (συχνά και υπερβολικά).                            Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια της σχιζοςυναιςθηματικής διαταραχής πρέπει κάποτε στην πορεία της νόσου να υπήρχε ένα ψυχωτικό επεισόδιο 2 εβδομάδων και ένα επεισόδιο 1 μήνα με ταυτόχρονα κριτήρια σχιζοφρένειας και μανίας ή κατάθλιψης.                                                                   Η πρόγνωση είναι καλύτερη στη σχιζοσυναισθηματική σε σχέση με την σχιζοφρένεια.


Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2015

Μήπως πάσχω από Διαταραχή πανικού;



Η διάγνωση της διαταραχής πανικού καθορίζεται από επανειλλημένες και απροσδόκητες κρίσεις πανικού μέσα σε διάστημα ενός μηνός τουλάχιστον. Παράλληλα όμως στο ίδιο διάστημα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον ένα από τα εξής :

  1. Προσδοκητικό άγχος δηλαδή άγχος εισβολής μίας επερχόμενης κρίσης δηλαδή επίμονη ανησυχία επανεμφάνισης και άλλων κρίσεων
  2.  Έντονη ανησυχία θανάτου, απώλεια ελέγχου ή αίσθημα επερχλομενης τρέλας ή εξευτελισμού)
  3. Σταδιακή διαμόρφωση συμπεριφορών αποφυγής με στόχο την αποτροπή επανεμφάνισης κρίσεων

Ως κρίση πανικού ορίζεται μια διακριτή περίοδος έντονης δυσφορίας και φόβου κατά την οποία εμφανίστηκαν ξαφνικά και κορυφώθηκαν μέσα σε δέκα λεπτά τουλάχιστον 4 από τα ακόλουθα συμπτώματα :

  1. Αίσθημα λαχανιάσματος
  2. Αίσθημα πνιγμού
  3. Πόνος ή δυσφορία στο θώρακα
  4. Αιμωδίες και μηρμυγκιάσματα
  5. Αίσθημα παλμών/ταχυκαρδία
  6. Τρόμος
  7. Εφίδρωση
  8. Ρίγη και συχνά αίσθημα ζέστης
  9. Ναυτία ή κοιλιακή ενόχληση
  10. Αίσθημα ζάλης, τάση προς λιποθυμία
  11. Αποπραγματοποίηση ή αποπροσωποποίηση
  12. Φόβος απώλειας ελέγχου ή επερχόμενης τρέλας
  13. Φόβος θανάτου

Οι κρίσεις πανικού θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν οφείλονται σε γενική σωματική κατάσταση ή σε επιδράσεις ουσιών. Για παράδειγμα παρόμοια συμπτώματα εκδηλώνονται στο πλαίσιο καρδιολογικών παθήσεων, όπως το έμφραγμα, η στηθάγχη, η υπέρταση, αναπνευστικών παθήσεων όπως το άσθμα, νευρολογικών όπως το αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο και η επιληψία και ενδοκρινικές παθήσεις όπως οι θερεοειδοπάθειες, ο διαβήτης, η υπογλυκαιμία. Η διαφορική διάγνωση των οργανικών αιτίων της διαταραχής πανικού μπορεί να γίνει εύκολα συνήθως με τη συνεργασία των σχετικών ειδικοτήτων με τον ψυχίατρο. Επιπλέον τοξίκωση και στέρηση από ουσίες όπως το αλκοόλ, τα οπιοειδή, η κοκαϊνη, τα ψευδαισθησιογόνα και η κάνναβη δύναται να εκδηλωθούν με τα θορυβώδη συμπτώματα της κρίσης πανικού.

Η διαταραχή πανικού συχνά συνυπάρχει με άλλες αγχώδεις διαταραχές δηλαδή την αγοραφοβία. (φόβος & αποφυγή τόπων και καταστάσεων από τις οποίες η διαφυγή ή η λήψη βοήθειας σε περίπτωση κρίσης πανικού είναι δύσκολη ή αδύνατη), την κοινωνική φοβία, την διαταραχή μετατραυματικού στρες και την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Επίσης υπάρχει υψηλό ποσοστό συννοσηρότητας με την κατάθλιψη εώς και 50-60% σε κάποια στιγμή της ζωής. Επιπλέκεται με κατάχρηση αλκοόλ και βενζοδιαζεπινών, ουσίες οι οποίες είναι αποτελεσματικές στην προσωρινή καταπράϋνση του άγχους και του πανικού, η παρατεταμένη και αλόγιστη χρήση τους όμως μπορεί να οδηγήσει στην εξάρτηση.

Το άγχος στη διαταραχή πανικού μπορεί να έχει δύο διαφορετικές μορφές. Το αίσθημα πανικού, δηλαδή αιφνίδιο άγχος με μεγάλη «δραματική» ένταση και σύντομη διάρκεια και το προσδοκητικό άγχος (μήπως ξανασυμβεί κρίση) που έχει επίμονη παρουσία και μέτρια ένταση.

Οι συμπεριφορές αποφυγής και ασφάλειας στη διαταραχή πανικού είναι πολλές. Παρατίθενται κάποιες αρκετά συχνές παρακάτω :

  • διακοπής φαρμάκων θεωρώντας ότι αυτά ευθύνονται για τις κρίσεις
  • Διακοπή σωματικής άσκησης
  • Αποφυγή ζέστης
  • Αποφυγή ανύψωσης αντικειμένων
  • Αποφυγή «ψυχολογικά φορτισμένων» έργων  όπως θρίλερ κ.α.
  • Αποφυγή σεξουαλικών σχέσεων
  • Αποφυγή συναισθηματικά φορτισμένων συζητήσεων
  • Αποφυγή  μπάνιου με κλειστή πόρτα
  • Αποφυγή χρήσης ανελκυστήρων
  • Αποφυγή εξόδουαπό το σπίτι χωρίς συνοδεία
  • Αποφυγή συνεύρεσης με πλήθος
  • Αναμονής αναμονής σε ουρές
  • Αποφυγή ταξιδιών με τρένο, λεωφορείο, αυτοκίνητο, αεροπλάνο

Συμπεριφορές ασφάλειας που διαμορφώνονται σταδιακά

  • Αγχολυτικά στην τζάντα
  • Αναζήτηση διαβεβαίωσης
  • Να έχει πάντα κάποιον μαζί του όταν βγαίνει από το σπίτι
  • Να έχει κάτι να διαβάσει
  • Να μιλήσει για κάτι άσχετο
  • Να βάλει  μουσική                                                                 Οι συμπεριφορές ασφάλειας στη διαταραχή πανικού ορίζονται όποιες συμπεριφορές βοηθούν με κάποιο τρόπο στη διαχείριση μιας κρίσης πανικού. Η βοήθεια αυτή αν και προσφέρει μία σχετική ανακούφιση βραχυπρόθεσμα, μακροπρόθεσμα όμως συντελεί στη διαιώνιση του προβλήματος, καθώς αυτό δεν αντιμετωπίζει το βασικό αίτιο.


Η κρίση πανικού θα πρωτοεμφανιστεί σχεδόν πάντα σε ανύποπτη χρονική στιγμή, αλλά μπορεί να προηγήθηκε στο πρόσφατο παρελθόν  κάποια κατάσταση συναισθηματικής επιβάρυνσης όπως για παράδειγμα ένας χωρισμός ή μια απαιτητική σωματικά ή ψυχικά  κατάσταση έντονης άσκησης,  στέρησης ύπνου ή χρήσης κάποιας ουσίας. 

  Η διαταραχή πανικού αντιμετωπίζεται φαρμακευτικά με τη χρήση των επιλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs). Η χρήση βενζοδιαζεπινών δεν ενδείκνυται για μεγάλα χρονικά διάστηματα λόγω του κινδύνου εξάρτησης. Η ψυχοθεραπεία εκλογής της διαταραχής πανικού είναι η γνωσιακή .

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Ποιες μορφές μπορεί να έχει η δευτερογενής κατάθλιψη στους ηλικιωμένους;


1)Η  Οργανική κατάθλιψη είναι αποτέλεσμα των βιολογικών μεταβολών στον οργανισμό του ασθενούς είτε λόγω μίας νόσου που προσβάλλει και επηρεάζει το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), είτε λόγω λήψεως φαρμάκων που προκαλούν αντίστοιχες βιοχημικές μεταβολές. Κάποια νοσήματα που προκαλούν οργανική κατάθλιψη δευτερογενώς είναι εγκεφαλικά επεισόδια (κυρίως αριστερό ημισφαίριο), οι νόσοι Parkinson και Alzheimer, ενδοκρινικά νοσήματα (π.χ. υποθυρεοειδισμός), νεοπλάσματα (π.χ. παγκρέατος), μεταβολικές διαταραχές (π.χ. αφυδάτωση), αναιμία κ.ά. Επίσης ορισμένα φάρμακα που προκαλούν ως παρενέργεια κατάθλιψη όπως τα αντιυπερτασικά (β-αναστολείς, κλονιδίνη, μεθυλντόπα), τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη, οι βενζοδιαζεπίνες και τα κορτικοστεροειδή.
2) Οι καταθλιπτικές αντιδράσεις μπορεί να είναι αποτέλεσμα σωματικών νοσημάτων όπως στους ηλικιωμένους όπου η σωματική νόσος συνήθως είναι χρόνια και πιθανόν να επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Αυτό σε συνδυασμό με τις άλλες απώλειες που έχουν άνθρωποι αυτής της ηλικίας, όπως απώλεια της κοινωνικής θέσης, του εισοδήματος, ο πιθανός θάνατος γνωστών και φίλων, η απώλεια ανεξαρτησίας λόγω της σωματικής νόσου, μπορεί να προκαλέσει την εξέλιξη σε πραγματική καταθλιπτική νόσο. Ασθενείς με τέτοια μορφή δευτερογενούς κατάθλιψης συνήθως παρουσιάζουν περισσότερο άγχος, αίσθημα έλλειψης και απαισιοδοξία.

Ποιες μορφές μπορεί να έχει η πρωτογενής κατάθλιψη στους ηλικιωμένους;


1) Μείζων κατάθλιψη: όπως ορίζεται από τα δύο διεθνή ταξινομικά συστήματα DSM IV της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρείας και ICD-10 της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας. Συγκεκριμένα απαιτείται η ύπαρξη καταθλιπτικών συμπτωμάτων για δύο τουλάχιστον εβδομάδες.

* Συναίσθημα (μελαγχολία, απώλεια ενδιαφέροντος, αίσθημα απελπισίας)

* Ψυχοκινητικές διαταραχές (διέγερση ή καταστολή)

* Γνωστικές διαταραχές (ελαττωμένη αυτοεκτίμηση, ενοχές, αυτοκτονικός ιδεασμός, διαταραχή στη μνήμη και συγκέντρωση)

* Σωματικά συμπτώματα (μεταβολές στον ύπνο, το βάρος, την όρεξη, τη σεξουαλική επιθυμία) και

* Κοινωνική απόσυρση

2) Δυσθυμία: χαρακτηρίζεται από συμπτώματα παρόμοια με αυτά της μείζονος κατάθλιψης αλλά λιγότερα σε αριθμό και ελαφρότερα σε βαρύτητα. Επίσης η συμπτωματολογία θα πρέπει να υπάρχει για δύο τουλάχιστον χρόνια τις περισσότερες ημέρες.

3) Άτυπες μορφές: παρατηρούνται συνήθως σε ασθενείς με όψιμης έναρξης κατάθλιψη, δηλαδή εμφάνιση πρώτου επεισοδίου μετά το 60ό έτος. Οι άτυπες μορφές ονομάζονται και συγκαλυμμένη κατάθλιψη (masked depression), γιατί χαρακτηρίζονται από άρνηση του καταθλιπτικού συναισθήματος, το οποίο εμφανίζεται με τη μορφή σωματικών ή γνωστικών συμπτωμάτων. Μερικές από τις σωματικές ενοχλήσεις για τις οποίες παραπονούνται αυτοί οι ασθενείς είναι κόπωση, διάχυτα άλγη, γαστρεντερικά ενοχλήματα και ελαττωμένη ενεργητικότητα. Γενικά στην κλινική εικόνα κυριαρχούν δύο μορφές σωματοποίησης, η υποχονδρίαση και οι αντιδράσεις μετατροπής. Η δευτερογενής υποχονδρίαση που παρατηρείται στους ηλικιωμένους και συγκαλύπτει την κατάθλιψη θα πρέπει να διαφορογιγνώσκεται από την πρωτογενή υποχονδρίαση, η οποια εμφανίζεται ως επί το πλείστον πολύ νωρίτερα στη ζωή ενός ανθρώπου, στην τρίτη ή τέταρτη δεκαετία της ζωής. Υποχονδρίαση που εμφανίζεται με όψιμη έναρξη δεν θα πρέπει να θεωρείται φυσιολογικό επακόλουθο της γήρανσης, αλλά ένα σημάδι ψυχολογικής δυσφορίας και ειδικά κατάθλιψης. Να σημειωθεί ότι η υποχονδρίαση στους ηλικιωμένους μπορεί να αυξάνει τον κίνδυνο για απόπειρες αυτοκτονίας. Συμπτώματα από αντιδράσεις μετατροπής που εμφανίζονται για πρώτη φορά σε προχωρημένη ηλικία επίσης θα πρέπει να θεωρούνται ότι καλύπτουν καταθλιπτική συμπτωματολογία.

Η κατάθλιψη στους ηλικιωμένους μπορεί να συγκαλύπτεται και από γνωστικού τύπου διαταραχές, όπως προαναφέρθηκε. Κύρια συμπτώματα σ' αυτή την περίπτωση είναι διαταραχές στη συγκέντρωση και τη μνήμη, με αποτέλεσμα την εμφάνιση της κλινικής εικόνας της ψευδοάνοιας. Ένα αδρό διαφοροδιαγνωστικό σημείο από πραγματικές εκφυλιστικές άνοιες είναι ότι σε εξετάσεις νοητικής κατάστασης (mental status examinations) ο ψευδοανοϊκός καταθλιπτικός απαντά συνήθως "δεν ξέρω" δείχνοντας μία αδιαφορία για επικοινωνία, αντίθετα με τον οργανικό ανοϊκό που προσπαθεί να καλύψει τα ελλείματά του. Ας σημειωθεί εδώ ότι σε περίπου 30% των οργανικών ανοϊκών συνυπάρχει κατάθλιψη και σ' αυτές τις περιπτώσεις το διαγνωστικό έργο γίνεται δυσκολότερο.


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Παραληρητική διαταραχή

Τί είναι παραληρητική διαταραχή;

Αποτελεί μία ψυχική διαταραχή της οποίας μοναδική προεξέχουσα εκδήλωση είναι μια και μόνο αλλόκοτη παραληρητική ιδέα, που είναι σταθερή και ακλόνητη .Είναι λίγο πιο συχνή στις γυναίκες σε σχέση με τους άντρες. Ο επιπολασμός είναι 0,3-0,8% και η επίπτωση 26-30/100.000. Η μέση ηλικία έναρξης είναι από τα 37 έως τα 47 (μέση ηλικία), αλλά μπορεί να συμβεί σε κάθε ηλικία μετά τα 18 έτη. Να σημειωθεί πως η παραληρητική διαταραχή δεν αποτελεί υπότυπο, ούτε πρόδρομο στάδιο της σχιζοφρένειας. Στην παραληρητική διαταραχή (παράνοια), το βασικό κλινικό χαρακτηριστικό της νόσου είναι παραληρητικές ιδέες, οι οποίες χρονολογούνται επί μακρού. Η παραληρητική ιδέα είναι μία ή περισσότερες, συναφείς, όμως, μεταξύ τους. Στις μισές περίπου περιπτώσεις οι παραληρητικές ιδέες διαρκούν για όλη τη ζωή του ατόμου. Οι παραληρητικές ιδέες είανι καλά οργανωμένες και δεν είναι αλλόκοτες, διαρκούν τουλάχιστον 1 μήνα και συχνά ο εξεταστής αναρωτιέται για το εαν ο ασθενής λέει αλήθεια. Πιο συχνά οι παραληρητικές ιδέες είναι διωκτικού (δηλητηρίασης, παρακολούθησης, σεξουαλικής υφής) περιεχομένου, συχνά επίσης είναι ζηλοτυπικού, ερωτομανιακού, μεγαλομανιακού (ειδικές ικανότητες) και σωματικού χαρακτήρα (σωματικό ελάττωμα ή νόσο) Δεν υπάρχει έντονη διαταραχή στη λειτουργικότητα και τη συμπεριφορά. Όταν παρουσιάζεται διαταραχή της συμπεριφοράς, αυτό σχετίζεται πάντα με την παραληρητική ιδέα, η οποία δεν ανταποκρίνεται φυσικά σε κριτικά αντεπιχειρήματα. Συχνά ο ασθενής είναι αποκρυπτικός όταν ερωτάται. Όταν αμφισβητείται γίνεται επιθετικός και εκνευρίζεται. Η παραληρηική ιδέα οδηγεί σε συμπεριφορά διαφορετική από τη συνηθισμένη του ατόμου και του δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινότητα. Συχνότερα πάντως οδηγεί σε κοινωνική απομόνωση λόγω του ότι οι ασθενείς είναι υπερευαίσθητοι και σε υπερεγρήγορση. Από την άλλη, οι υψηλού επιπέδου ικανότητές τους δεν αμφισβητούνται.
Οι ασθενείς σπάνια καταφεύγουν σε θεραπεία με τη θέληση τους, συνήθως προσάγονται από τρομαγμένους συγγενείς. Η δημιουργία επαφής είναι δύσκολη, αφού το άτομο είναι εχθρικός επειδή φοβάται. Μια επιτυχής ψυχοθεραπεία μπορεί να επιτρέψει στον ασθενή να προσαρμοστεί καλύτερα στην κοινωνία παρά τις επίμονες παραληρητικές του ιδέες. Η νοσηλεία κρίνεται απαραίτητα εάν ο ασθενής έχει αυτοκαταστροφικές ή ετεροκαταστροφικές ενορμήσεις, αν εμφανίζει ακραία λειτουργική έκπτωση ή αν χρήζει ενδελεχούς ιατρικού ελέγχου. Η φαρμακοθεραπεία με αντιψυχωσικά είναι σχεδόν πάντα απαραίτητη.